Δήμος Σκάλτσας, Σκάλτζας ή Σκαλτσοδήμος

Δήμος Σκάλτσας, Σκάλτζας ή Σκαλτσοδήμος

   Η σχέση του χωριού μας με τον κλεφταρματολό Δήμο Σκάλτσα ή Σκαλτσοδήμο είναι έμμεση. Δηλαδή ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός μας είναι «γνωστός» από μια παραλλαγή ένος κλέφτικου δημοτικού τραγουδιού, που κάνει λόγο για την Καρυά, τον πλάτανο και την κρύα βρύση της. Θα τα δούμε αυτά στη συνέχεια.

Και πρώτα ο ήρωάς μας.

   Ένας από τους νεότερους βιογράφους και συντοπίτης του, Κ. Γ. Δημόπουλος, μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι ο Δήμος Σκλάτζας ή Κάλτζας, Σκαλτζοδήμος ή Καλτζοδήμος (συνήθως αναφέρεται Σκάλτσας), γεννήθηκε στην Αρτοτίνα Δωρίδας (επαρχία του νομού Φωκίδας) κατά το 1760 ή 1765 και πέθανε τον Σεπτέμβρη του 1826. Υπήρξε φημισμένος κλέφτης και αρματολός («άριστος» κατά τον Κ. Παπαρηγόπουλο, Ιστ. τ. 6, σ. 271) πριν την Επανάσταση και στρατηγός με πλούσια δράση κατά την Επανάσταση. Έδρα της δράσης του υπήρξε κυρίως η περιοχή της Δωρίδας

Η Μάχη της Σέλιανης, Μάιος 1822

Η Μάχη της Σέλιανης, Μάιος 1822

και, γενικότερα, η Ανατολική και Δυτική «Χέρσα» (Στερεά) Ελλάδα. Μικρός έβοσκε πρόβατα στα Βαρδούσια. Σκληροτράχηλος και ατίθασος όπως ήταν, όχι  μόνο για να αποφύγει τον Ζυγό των Τούρκων, αλλά και για να εκδικηθεί συντάχθηκε με τους Κλέφτες Κοντογιανναίους που λημέριαζαν στην Οίτη, με δική του ομάδα και πλούσια επαναστατική δράση. Ο Αθανάσιος Διάκος και ο Γούλας ήταν πρωτοπαλίκαρά του. Όπως προκύπτει απ’ τις πηγες, ο γεναίος Σκάλτσας μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, όπως και οι προύχωντες της Δωρίδας. Τέλος διακρίθηκε στη μάχη της Αμπλιανής το 1824.

    Τα γεγονότα του Δημοτικού μας Τραγουδιού, που μας ενδιαφέρει εδώ, διαδραματίστηκαν κατά την προ – επαναστατική δράση του ήρωά μας. Συγκεκριμένα, στα 1806 χίλιοι τριακόσιοι κλέφτες, κυνηγημένοι από τον Αλή, κατέφυγαν στην Αγία Μαύρα, λέει ο Δημόπουλος.

«Είναι γεγονός ότι οι τοιούτοι κατατρεγμοί (του Αλή και των παιδιών του κατά των αγωνιστών  της Δωρίδας) ήρχισαν από παλαιότερον [καιρόν]. Το 1806, μάλιστα, είχον καταφύγει εις Αγίαν Μαύραν – Λευκάδα – χίλιοι τριακόσιοι κλέφτες κυνηγημένοι ύπο του Αλή. Δεν υπήρχε, λοιπόν, άλλη λύσις δια τον Σκαλτσοδήμον και τους κλέφτες του. Ή έπρεπε να προσκυνήσουν και να βρωμίσουν εις τα βαλτονέρια των Ιωαννίνων, μάλλον να γίνουν θύματα της απιστίας του Αλή ή να εκβιάσουν την αναγνώρισήν των ως Αρματολών δι’ ανθρώπων διακείμενων προς αυτόν. Έπραξαν το δεύτερον. Εν απόσπασμα του σώματος υπό τον Ντούλαν, απήγαγε την Κρουστάλλω, κόρην του κοτζαμπάση της Κωσταρίτσας, Αναγνώστου Μπάμπαλη, στενού φίλου των τουρκικών αρχών και του Αλή, από την θέσιν Μπαΐρα, απέχουσαν μιαν ώραν εκ του χωρίου ή από την θέσιν Αργαλέτα και την έφεραν εις την Καρυάν, όπου ήταν το λημέρι των.

Κατόπιν παρήγγειλαν εις τον πατέρα της, ότι επιθυμία των ήτο να θεωρηθούν εκ μέρους του Αλή δια διαταγής, μπουγιουρντίου, αρματολοί και να δοθεί προς αυτούς αρματολίκι Λιδωρικίου.

Μεταχειρίστηκαν μάλλον ιπποτικώς την κόρην, ήτις κατά το άσμα ήτο αδελφοποιητή του Διάκου και εθεώρει κακήν τύχην δι’ αυτήν το γεγονός της απαγωγής της, παρεκάλει δε να λάβει συντόμως μέτρα ο πατήρ της και να λήξει η περιπέτειά της.»

(Κ. Γ. Δημόπουλου, Δήμος Σκάλτσας – Σκαλτσοδήμος, σ. 17)

Περί ποιάς, όμως, Καρυάς πρόκειται;

   Στην τρίτη, τέταρτη και πέμπτη παραλλαγή του δημοτικού μας τραγουδιού (σώζονται 7 παραλλαγές), με το οποίο θα ασχοληθούμε στη συνέχεια, η Καρυά αναφέρεται ως τοποθεσία της εκεί περιοχής με έλατο ή πλάτανο. Ο γνωστός πεζογράφος Ανδρέας Καρκαβίτσας (1865 – 1922) ισχυρίζεται, ότι οι κλέφτες, που απήγαγαν, για χάρη του Καλτσοδήμου, την κόρη του Κοτσάμπαση Αναγνώστου Μπάμπαλη, Κρουστάλλω, τη μετέφεραν «εις λημέρι, όπερ είχον επί Καρυάς, τοποθεσίας οχυράς καταφύτου από πλατάνους τρεις ώρας απεχούσης της Αρτοτίνης». Και προσθέτει ούτος «ότι της Καρυάς ο έλατος είναι γηραιά ελάτη, υψηλή και διακρινόμενη δια του ονόματος ο έλατος του Σκαλτσοδήμου» (Δημοπούλου, ό.π., σ. 15). Να σημειωθεί ότι στην επαρχία Λιδωρικίου υπάρχουν δύο χωριά με το όνομα Άνω και Κάτω Καρυά.

   Όμως ο Λευκαδίτης λόγιος Σχολάρχης Ιωάννης Σταματέλλος, ο οποίος εδημοσίευσε στο περιοδικό του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου στην Κωνσταντινούπολη (τ. Η΄1873, σ. 407) την πέμπτη παραλλαγή του ποιήματος με τίτλο «Ο Σκαλτσοδήμος», αναφέρει ότι «το άσμα τούτο πλην άλλων ουσιοδέστατων παραλλαγών υποτίθησι και τον κλέπτην, ον καλεί Σκαλτσοδήμον υπό τον πλάτανον της Καρυάς, κώμης της Λευκάδος, ενώ αι γνωσταί συλλογαί υποθέτουσι αυτόν υπό τα έλατα και Σκυλοδήμον αποκαλλούσι» (βλ. και Δημόπουλος, ό.π., σ. 16). Αυτό συνδυάζεται με τα όσα παραπάνω λέγει ο Δημόπουλος περί καταφυγής του οπλαρχηγού στην Αγία Μαύρα το 1806.

   Ας έρθουμε τώρα στο τραγούδι. Παραλλαγή Σταματέλλου, όπως δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (1873 – 1874):

Ο Σκαλτσοδήμος

1. Μες ‘ς την Καρυά ‘ς τον πλάτανο, ν εκεί ‘ς

την κρύα βρύση

ο Σκαλτσοδήμος κάθεται μ’ αυτόν τον Αποστόλη·

έχουν αρνιά και ψένουνε, κριάρια σουβλισμένα·

έχουν τη Ρήνη ‘ς το πλευρό, ‘που τους κερνάει

και πίνουν.

5. Κέρνα μας, Ρήνη, κέρνα μας ώστε να ξημερώσει

να πάγ’ η πούλια δειλινό, να κάτσει το φεγγάρι,

να σκοταδιάσουν τα στενά, να πάψουν οι διαβάταις,

να παν οι ξένοι ‘σπίτια τους κ’ οι ‘ντόπιοι ‘ς

τα δικά τους,

10.να ‘πα  κ’ εγ’ ο ξενούτσικος ‘σε μιαν αγάπη ‘πώχω·

‘ς την πόρτα φλαν τριάντα δυο

‘ς το παραπόρτι τριάντα·

‘ς τον όβορο της λιγερής θεριά είνε δεμένα.

Παρατηρήσεις

Γέφυρα της Αλαμάνας - Θάνατος Α. Διάκου

Γέφυρα της Αλαμάνας – Θάνατος Α. Διάκου

1. Το παραπάνω άσμα, λέγει ο Σταματέλλος, είναι από την συλλογή του Σπ. Ζαμπελίου 91, Μέρος Α΄.

2. Στο έργο του Δημόπουλου «Δήμος Σκάλτσας – Σκαλτσοδήμος» εκδ. β’ Αθήναι 1967 και στη σελίδα 12, καταχωρίζεται το άσμα με την παρατήρηση «παραλλαγή πέμπτη, Ι.Ν. Σταματέλλου εις περιοδικό Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου.

3. Ο Π. Κοντομίχης στο βιβλίο του «Δημοτικά Τραγούδια της Λευκάδας», εκδόσεις Γρηγόρη, καταχωρίζει στην κατηγορία των Κλέφτικων τραγουδιών αρ. 23, ντόπια παραλλαγή, η οποία λέγει ότι προέρχεται από το Φρύνι και ότι πληροφορητής του είναι ο Επαμεινώνδας Σταματέλλος ή Σκαρτσώρας ετών 72, οργανοπαίχτης. Σημειώνει ακόμα ότι «Σκαλτσοδήμος (Δήμος Σκάλτσας), αρματωλός της Δωρίδας. Διακρίθηκε στη μάχη της Αμπλιανής τον Ιούλιο του 1824. Σ’ αυτόν αποδίδεται η αρπαγή της Ρήνης» (σ. 242).

4. Σχετικά με την αρπαγή της Ρήνης σημειώνουμε «Εις την πέμπτην (παραλλαγήν), η κόρη (του Μπάμπαλη, Κρουστάλλω) γίνεται Ρήνη και κερνάει του Κλέφτες και πίνουν» (Δημόπουλος, ό.π., σ. 14). Ο Σπ. Ζαμπέλιος στο βιβλίο του «Πόθεν η κοινή λέξις Τραγουδώ;» εκδόσεις Καραβία στη σελίδα 41, καταχωρίζεται το μακροσκελές ποίημα «Η αρπαγή της Ειρήνη», που στους στίχους το όνομα γίνεται (υποκοριστικό) Ρήνα, Ρήνη, Ρηνηώ. Υπ’ όψιν ότι και μεις στο χωριό την Ειρήνη τη λέμε Ρήνη…

5. O A. Passow στα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια – για την ακρίβεια Ρωμαίικα Τραγούδια – καταχωρίζει την τέταρτη παραλλαγή και την τιτλοφορεί «ο Διάκος» (1800 – 1810).

6. Το επώνυμο Σκάλτζας (Σκάλτσας) προέρχεται από την ιταλική λέξη «Caltza», εξού κάλτζα, κάλτσα, σκάλτσα (Τις κάλτσες κι εμείς τις λέμε σκάλτσες).

7. Η λέξη του τελευταίου στίχου του τραγουδιού «οβορός» (και βόρος) σημαίνει την αυλόπορτα.

8. Στην ορθογραφία του ποιήματος δεν τηρήθηκε ακριβώς ο τονισμός, λόγω μονοτονικού.

9. Αξιοσημείωτες είναι οι παρατηρήσεις των Δημόπουλου και Κοντομίχη, τις οποίες και παραθέτουμε

«Επειδή η ψυχή του λαϊκού δημιουργού μιας παραλλαγής δημώδους άσματος κινείται εις τον μυστηριώδη χώρον του θρύλου με οδηγόν το γλυκύ φως του συναισθήματος, είναι γνωστόν ότι δύναται ούτος αυθαιρέτως και αφελώς, κατά τας επιθυμίας και τας γνώσεις του να παραστήσει τα του άσματως, συγχέων μάλιστα και συμπληρών πολλάκις το περιεχόμενον άλλων δημοτικών τοιούτων. Τούτο συμβαίνει και με τας παραλλαγάς, τας οποίας ανωτέρω κατέγραψα.» (Δημόπουλος, ό.π., σ. 13).

«[…] έτσι κάθε παραλλαγή έχει τη δική της φυσιογνωμία και πολλές φορές και τη δική της γλωσσική μορφή. Εκτός αν πρόκειται για αθέλητη παραποίηση της στιγμής. Ο Πέτρος Σπανδωνίδης στη μελέτη του «Το κλέφτικο τραγούδι και η αρχαϊκή τέχνη» (Θεσσαλονίκη 1952, σ. 29) σημειώνει: Όπως κι αν είναί, βασικό γνώρισμα των παραλλαγών απομένει, ότι μ’ όλη τη διαφορετικότητα τους κατά τόπους, η μια συμπληρώνει την άλλη, ενώ από την άλλη μεριά κάθε παραλλαγή εκφράζει κάτι όμοιο και ποτέ κάτι το αυτό με μιαν άλλη.»

Συμπέρασμα

Και στην περίπτωσή μας έσμιξαν, ανακατεύτηκαν και κάποια στιγμή «έδεσαν» μεταξύ τους, η τοποθεσία – λημέρι της Αρτοτίνας, με το όνομα του χωριού μας, τα πλατάνια της πρώτης με τον πλάτανο της Πλατείας και την κρύα βρύση της (δικής μας) Καρυάς. Φυσικός – τέλος – επηρεασμός το ιστορικό γεγονός της άφιξης το 1806 του Σκαλτσοδήμου στη Λευκάδα. Έτσι συνδεθήκαμε μέσω του λαϊκού δημιουργού της πέμπτης παραλλαγής του κλέφτικου τραγουδιού με τον ήρωα της Ρούμελης.

Το παρόν κείμενο του Δημήτρη Γ. Κατωπόδη δημοσιεύτηκε στην στήλη «Θρύλοι και Παραδόσεις», την οποία διατηρούσε, στο φύλλο 36 του Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 2000 της εφημερίδας «Καρσάνικα Νέα»

επιμέλεια για την παρούσα δημοσίευση Π. Κατωπόδης

Leave a comment