Αγάς

  Aφέντης, νοικοκύρης, μεταφορικά ο δεσποτικός, αυταρχικός. Φράση: «Πού είναι αυτός ο Αγάς;».

 

Κολλήλας

  Πιθανόν από το κολλήγας, αυτός που καλλιεργεί ξένα κτήματα με δυσβάσταχτους όρους. Φράση: «Πες σ’ αυτόν τον κολλήλα (ή παλιό κολλήλα) ν’ αρτ’ να φάμε!». Στο χωριό Κολλήλας είναι και παρατσούκλη οικογένειας.

 

Μαγαρίλας

  Βρωμιάρης. Μέγαρα > Μάγαρα, δοχεία νυκτός, «κανάτια» μεγαρίτικα. (βλ. Παρλαμά, Από τη Ζωή των Λέξεων, Δόμος, σ. 82). Διαφορετικά αντιμετωπίζουν τις λέξεις μαγαρίζω, μαγαρισιά τα εν χρήσει λεξικά. Δεν τις συνδέουν με τα δοχεία νυκτός, που σε μας είναι κανάτια, καθ’ ό πήλινα. Η μάνα μου πάντως χρησιμοποιούσε το μαγαρίλας, προκειμένου για τον πατέρα μου, με την έννοια όχι του βρωμιάρη, αλλά του ασεβούς, που κατέλυε τη νηστεία. Εξάλλου μαγαρίλας, μαγαρισμένος: αυτός που λαβαίνει μέρος σε τελετές των Μεγάρων (ή Μαγάρων, χάσματα με σαπισμένα κρέατα), είναι εθνικός, δε σέβεται τις διατάξεις της Χριστιανικής Θρησκείας, καταλύοντας τη Νηστεία. (βλ. Κουκουλέ Φ., Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός, Παράρτημα, σ. 54 εξ.) Ο Ανδριώτης λέγει ότι κατά τον Γ. Χατζηδάκι (Χατζηδάκις Γ., Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά, τ. 2, σ. 834), η λέξη προέρχεται από τα μεγαρίτικα αγγεία. Αυτό που, όπως είδαμε πιο πάνω, υποστηρίζει ο Παρλαμάς. Μαγαρισμένα λέμε και σήμερα στο χωριό τα ποντίκια, επειδή μαγαρίζουν, μολύνουν τα φαγητά. Τότε δεν υπήρχαν ψυγεία και τα αφύλακτα φαγητά κινδύνευαν από τα μαγαρισμένα.

 

Πορδίλας (η κατάληξη κατά το ξεφτίλας)

  Από το αρχαίο ρήμα πέρδομαι = αφήνω πορδή, κλάνω. Οι τροφές τότε, ιδίως τα πολλά όσπρια (να πούμε τα λαθύρια), ευνοούσαν τα… αέρια!

 

Το παρόν δημοσιεύτηκε αρχικά στο φύλλο 37, Νοεμβρίου – Δεκεμβρίου 2000, της εφημερίδας Καρσάνικα Νέα.

Leave a comment